>Η κτηνοτροφία σήμερα στη χώρα μας- πώς βλέπουν το μέλλον του κλάδου οι κτηνοτρόφοι

Posted on 17 Ιανουαρίου 2011


>«Ήμουν νιος και γέρασα…». Μ’ αυτή τη φράση και με μια νότα μελαγχολίας σχολίασε την εικόνα που παρουσιάζει τις τελευταίες δεκαετίες η κτηνοτροφία στη χώρα μας ο κτηνοτρόφος, Αθανάσιος Χασιώτης, ο οποίος όλη του τη ζωή- και κυρίως τα ωραιότερα χρόνια για κάθε νέο, όπως λέει- τη θυμάται να τρέχει πίσω από αιγοπρόβατα, αλλά και τις υποσχέσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων πως, κάποτε, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά […]


Δημοσιογράφος του ΑΠΕ-ΜΠΕ μίλησε με το γερασμένο στην όψη, από τη μακρά ενασχόληση με τη γη, κτηνοτρόφο στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, που πραγματοποιήθηκε στα Τρίκαλα και τον ρωτήσαμε για το μέλλον του κλάδου.
«Μιλάμε -μας είπε- για ολέθριο αφανισμό, με την αύξηση του ΦΠΑ στο 13% για τις ζωοτροφές. Σε δέκα χρόνια, οι κάτοικοι αυτής της χώρας θα ψάχνουν να βρουν κρέας και γάλα ελληνικό, χωρίς βέβαια επιτυχία…».

Τις ίδιες απόψεις εκφράζει και ο νέος σε ηλικία βοοτρόφος, Γιώργος Χουχουρέλος. «Τα χωριά εγκαταλείπονται από τους νέους ανθρώπους, καθώς οι συνθήκες που επικρατούν για την κτηνοτροφία είναι αρνητικές, συμπαρασύροντας στην έξοδο εκατοντάδες νέους ανθρώπους από τα ορεινά χωριά και όχι μόνο», μας λέει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος θίγει και μια άλλη διάσταση του προβλήματος. «Μόνο οι κτηνοτρόφοι δεν παίρνουν επιδοτήσεις. Οι μόνοι σίγουροι και σταθεροί είναι άνθρωποι των πόλεων, οι οποίοι δεν διαθέτουν ούτε ένα ζώο», τονίζει.

Ο Θρασύβουλος Βουτσέλας, αγελαδοτρόφος, μιλά για ένα εκρηκτικό, όπως το χαρακτηρίζει, κοινωνικό πρόβλημα. «Τα παιδιά των κτηνοτρόφων -μας λέει- έχουν τέτοια αρνητική εικόνα στην κοινωνία, που από δύσκολα έως ακατόρθωτα μπορούν να βρουν γυναίκα να παντρευτούν. Αν δεν ακολουθήσει η σύζυγος τον κτηνοτρόφο, τότε δεν γίνεται τίποτα. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν εμψυχώνονται και οι νέοι άνθρωποι να ασχοληθούν με το επάγγελμα του κτηνοτρόφου, με αποτέλεσμα στον κλάδο να παραμένουν μεγάλης ηλικίας άνθρωποι».

Πάντως, ο Παναγιώτης Πεβερέτος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, δεν παραλείπει να τονίσει ότι η κτηνοτροφία και η πτηνοτροφία στη χώρα μας είναι οι βασικοί πυλώνες του αγροτοδιατροφικού τομέα, της πραγματικής οικονομίας. «Ασχολούνται περίπου 140.000 οικογένειες, 300.000 εργαζόμενοι, με την παραγωγή 500.000 τόνων κρέατος και 1.500.000 τόνοι γάλακτος. Ταυτόχρονα, πάνω από 15.000 επιχειρήσεις κύρια μικρομεσαίες, δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση – εμπόριο – μεταφορές, εξαρτώμενες από την κτηνοτροφική παραγωγή και απασχολούν πάνω από 100.000 εργαζόμενους. Ακόμη, ένα μεγάλο μέρος της φυτικής παραγωγής που παράγεται στην χώρα μας, απορροφάται από τους κτηνοτρόφους του τομέα γενικότερα», εξηγεί.

Επισημαίνει δε ότι η κτηνοτροφική παραγωγή συμβάλλει σημαντικά στη διατροφική επάρκεια της χώρας, στο εμπορικό ισοζύγιο, την προστασία του περιβάλλοντος, τη διατήρηση των φυσικών πόρων, την υγεία και ευζωία του πληθυσμού κι αποτελεί συνδετικό κρίκο για την οικονομική και κοινωνική συνοχή των περιοχών της χώρας, ιδιαίτερα των ορεινών-μειονεκτικών και νησιωτικών.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Γραμματέας του ΣΕΚ, Μιχάλης Τζίμας, μας παραθέτει στοιχεία για την παραγωγή αγελαδινού γάλακτος στη χώρα μας, την τελευταία τριετία, όχι για στατιστικούς λόγους, αλλά για να μπορέσουμε, όπως σημειώνει, πιο ουσιαστικά να βγάλουμε τα απαιτούμενα συμπεράσματα. Οι ποσότητες που έχουν παραδοθεί με βάση τα στοιχεία του ΕΛΟΓΑΚ είναι : για το 2007, 717.000 τόνοι, για το 2008, 706.000 τόνοι, για το 2009, 686.000 τόνοι και για το 2010 είναι ακόμη λιγότεροι.

Επίσης, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχαμε μια αλματώδη αύξηση της παραγωγής αγελαδινού γάλακτος, απόρροια της αύξησης στην κατανάλωση των γαλακτοκομικών και ιδιαίτερα του φρέσκου γάλακτος.
Η αύξηση αυτή της παραγωγής, σημειώνει ο κ. Τζίμας, διαμόρφωσε νέες υποδομές στην αγελαδοτροφία, με τον εκσυγχρονισμό των μονάδων για καλύτερη ποιότητα και παραγωγικότητα γάλακτος, χωρίς όμως να χάνεται, στη συντριπτική πλειοψηφία, η οικογενειακή μορφή των εκμεταλλεύσεων.
Όλη αυτή η προσπάθεια έγινε με την αποκλειστική επιβάρυνση των κτηνοτρόφων, χωρίς την απαιτούμενη στήριξη του κράτους (ελλιπή σχέδια βελτίωσης – έλλειψη γενετικής βελτίωσης – αυξημένα επιτόκια – δυσκολία δανεισμού στις επενδύσεις από τις τράπεζες κλπ), υπογραμμίζει.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία του Ελευθέριου Γίτσα, κτηνοτρόφου και αντιπροέδρου του ΣΕΚ. Ο αριθμός των αιγοπροβάτων που εκτρέφονται στην Ελλάδα -λέει- είναι αντίστοιχα 9.000.000 και 4.500.000 κεφάλες, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα περίπου το 10% και το 48% του συνολικού πληθυσμού αιγοπροβάτων στην ΕΕ.
Η εξέλιξη και η σημερινή κατανομή του πληθυσμού των αιγοπροβάτων στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα των επεμβάσεων και των αλλαγών που σημειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.

Η ανεξέλεγκτη διασταύρωση και η απρογραμμάτιστη εφαρμογή της τεχνικής σπερματέγχυσης είχαν ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του ΣΕΚ, τη μείωση του πληθυσμού, ακόμη και την εξαφάνιση ορισμένων φύλων, με αποτέλεσμα, οι διασταυρωμένοι και εκφυλισμένοι τύποι, που δημιουργήθηκαν, να αποτελούν το 90% του πληθυσμού της χώρας.

Ο συνολικός αριθμός προβάτων που εκτρέφονται στη χωρά μας, σε καθαρά ποίμνια, δεν υπερβαίνει τα 700.000 κεφάλια. Από τις συνολικά 26 ελληνικές φυλές, οι έξι έχουν εξαφανιστεί, ενώ οι υπόλοιπες έχουν κύρια κατεύθυνση το γάλα, τα αρνιά και τα κατσίκια.

Αντίστοιχα, η πλειοψηφία των αιγών αποτελεί έναν εγχώριο, ποικιλόμορφο πληθυσμό, που ονομάζεται ελληνική αίγα.
Σήμερα, καταλήγει, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης που αφορά συνολικά 20.000 – 25.000 αιγοπρόβατα, εντόπιων φύλων, κυρίως το Χιώτικο, στη Μακεδονία, το Καραγκούνικο, το Μυτιληνιό, τη Φριζάρτα και τη γίδα Σκοπέλου.

Advertisements
Posted in: ΕΛΛΑΔΑ