>"Τάνγκο-Χασάπικο": όταν η μουσική του Πιατσόλα συναντά το "Ζορμπά" του Θεοδωράκη

Posted on 25 Ιανουαρίου 2011


>Ένας Έλληνας ναύτης, χαρακτηριστική φιγούρα με το μαύρο κασκέτο του, χορεύει σε κάποιο λιμάνι χασάπικο. Εικόνες σαν αυτή, από μια Ελλάδα που … χάνεται, «ντυμένες» με τη μουσική δύο κορυφαίων συνθετών, του Μίκη Θεοδωράκη και του Άστορ Πιατσόλα- και όχι μόνο- «πάντρεψε» επί σκηνής ο ομογενής Γιώργος Δερμιτζάκης, σε μια μοναδική παράσταση, με τίτλο «Τάνγκο-Χασάπικο», που ανέβασε το περασμένο φθινόπωρο στο θέατρο Γκλόμπο του Μπουένος Άιρες. Μια παράσταση που «έκλεψε» την καρδιά όλων όσοι την παρακολούθησαν […]


Στα 77 του χρόνια, ο Γιώργος Δερμιτζάκης, γιος μεταναστών από την Κρήτη, συνέθεσε αριστουργηματικά τις χορογραφίες του πάνω σε δύο χορούς, το τάνγκο και το χασάπικο, που έχουν ως «πατρίδα» τους το … λιμάνι (Πειραιάς-Μπουένος Άιρες), αλλά και κοινή ρυθμική αναλογία- δυο επί τέσσερα.

Η πολύ μεγάλη απήχηση του έργου ήταν και το έναυσμα για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ, με πρωτοβουλία του Ελληνικού Πολιτισμικού Κέντρου «Νόστος» του Μπουένος Άιρες, που ολοκληρώθηκαν μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Ένα ντοκιμαντέρ, που έρχεται να αναδείξει τη σχέση του μαέστρου με τους χορευτές και την προσπάθεια του να μεταβιβάσει και να ενώσει την ελληνική και αργεντίνικη κουλτούρα, μέσω του χορού.

Έτσι μεγάλωσε, άλλωστε, ο Γιώργος Δερμιτζάκης στο Μπουένος Άιρες, όπου οι γονείς του πήγαν το 1925, από τα Χανιά της Κρήτης. Ο πατέρας, υπάλληλος στα τραμ, η μητέρα να μεγαλώνει τα δύο παιδιά, στο σπίτι, όπου μιλούσαν μόνο ελληνικά. Πίστευαν ότι μία μέρα θα γυρίσουν στην Ελλάδα, ένα όνειρο που ακύρωσε, τελικά, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος…

Ένας πολιτικός μηχανικός, δεινός χορευτής
Ο Γιώργος Δερμιτζάκης σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και ανέλαβε μεγάλα έργα στην Αργεντινή. Το πάθος του, όμως, ήταν ο χορός. Ένα πάθος που γεννήθηκε στα εφηβικά του χρόνια, βλέποντας αμερικάνικα μιούζικαλ, δουλεύοντας ως πωλητής σοκολάτας στους κινηματογράφους. Αλλά και οι χοροεσπερίδες, που οργάνωναν οι Έλληνες μετανάστες, με κάθε αφορμή, ήταν «μαγευτικές» για το μικρό Γιώργο, που στόχο είχε βάλει να γίνει χορευτής.

«Φυσικά, εμένα μου άρεσαν οι ελληνικοί χοροί, που έχουν λεβεντιά, αλλά και το τάνγκο. Προσωπικά, με μάγευαν οι κρητικοί χοροί, που ξεκίνησα να χορεύω στα 14 μου χρόνια, κρυφά από τους γονείς. Αργότερα, και ενώ είχα ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές μου και εργαζόμουν ως πολιτικός μηχανικός, ξεκίνησα τη συστηματική ενασχόλησή μου με το χορό», αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από το Μπουένος Άιρες, ο Γιώργος Δερμιτζάκης.

Ξεκίνησε να χορεύει σε θεατρικές παραστάσεις. Άρεσε πολύ η εμφάνισή του, και έτσι χόρεψε και σε κάποιες ταινίες. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 δημιούργησε και χορευτικό συγκρότημα, στην Πανελλήνια Κοινότητα, με Ελληνόπουλα και Αργεντινούς.

Παράλληλα, άρχισε να κάνει δικές του χορογραφίες. Έτσι, τη δεκαετία του ΄70 ανέβασε το δικό του «Ζορμπά, El griego», που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησαν άλλες χορογραφίες, όπως η «Φαίδρα», η «Ψυχοκόρη», η «Ταβέρνα», κ.ά. Τα έργα ανέβαιναν πάντα με χορηγίες Ελλήνων μεταναστών που τον στήριξαν, όπως ο μεγαλοεπιχειρηματίας Οδυσσέας Γεωργάλος, για τον οποίο τρέφει ιδιαίτερη αγάπη. Ο «Ζορμπάς», όμως, του Δερμιτζάκη, συνεχίζει και σήμερα να παίζεται, με επιτυχία, όχι μόνο στην Αργεντινή, αλλά και στην Ουρουγουάη, το Περού, τη Βραζιλία, τη Χιλή κ.ά.

Παντρεύτηκε την Αγγελική Σιδεράκη, ομογενής κι αυτή, με ρίζες στη Χίο και την Καππαδοκία, της Μικράς Ασίας, με την οποία ευτύχησε να αποκτήσει δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια. Η Αγγελική, εκτός από καλή σύζυγος και μητέρα, είναι και παρτενέρ του στο χορό.

Μαζί συνέλαβαν την ιδέα για το «Τάνγκο-Χασάπικο», το 1985, ακούγοντας μία κασέτα που τους είχαν στείλει από την Ελλάδα, με τη μουσική από την ταινία «Τα Πέτρινα Χρόνια».

«Όταν την άκουσε η γυναίκα μου, στην αυλή του σπιτιού μας, μού είπε: Γιώργο αυτό είναι τάνγκο. Έτσι γεννήθηκε το Τάνγκο-Χασάπικο», λέει ο Γιώργος Δερμιτζάκης. Και συνεχίζει: «Θα γνωρίζετε ασφαλώς ότι οι Αργεντινοί αγαπούν την ελληνική μουσική, την Ελλάδα γενικότερα. Αρκεί να σας πω ότι προτού ξεσπάσει η κρίση στο Μπουένος Άιρες υπήρχαν εννέα ελληνικά μαγαζιά, όπου πήγαιναν όλοι για να ακούσουν ελληνική μουσική. Αλλά και ελληνικές παραστάσεις. Θυμάμαι, στο θέατρο ‘Alvear’, ανέβηκε το 1988 η παράσταση «Μία ελληνική νύχτα», όπου με κάλεσε ο Μαραγκός και εμφανίστηκα με την Αγγελική και χορέψαμε τάνγκο-χασάπικο. Ο κόσμος έκλαιγε».

Τι είναι, τελικά το Τάνγκο-Χασάπικο;
Να πώς περιγράφει ο Γιώργος Δερμιτζάκης το «πάντρεμα» αυτό των δύο χορών, συμβόλων της Αργεντινής και της Ελλάδας:

«Το τάνγκο και το χασάπικο είναι αστικοί χοροί, με ρυθμό δυο τέταρτα(quatro). Είναι χοροί που έχουν σχεδόν όμοια κοινωνικά, γεωγραφικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Το εφαλτήριο αυτής της πολιτισμικής ανταλλαγής και στις δυο χώρες είναι το λιμάνι (puerto). Αλλά και το νόημα των στίχων είναι στην ουσία το ίδιο. Βρέχει στη φτωχογειτονιά, βρέχει και στη καρδιά μου’, είναι στίχοι τάνγκο… Τελικά, συνοψίζει την ταυτότητα μας, την ταυτότητα μου, την ταυτότητα όλων των Ελλήνων, που ζούμε στο Μπουένος Άιρες. Είμαστε Αργεντινοί και Έλληνες ταυτόχρονα. Αυτή η σύνθεση παρουσιάζεται μέσα από το τάνγκο- χασάπικο. Μέσα από το χορό μεταδίδονται οι δυο πολιτισμοί, τα συναισθήματα των δυο λαών, οι δυο ζωτικές ενέργειες, που έχουν ως αποτέλεσμα να παράγεται η συμβίωση του τάνγκο με το χασάπικο».

Η γνωριμία με το Μίκη
Στάθηκε τυχερός στο να ακούει καλή ελληνική μουσική, χάρη σ’ έναν Έλληνα διπλωμάτη, που του προμήθευσε μπομπίνες με έργα του Θεοδωράκη και του Χατζηδάκι, έργα σπουδαία, όπως λέει. Με το Θεοδωράκη είχε, μάλιστα, την τύχη να γνωριστεί το 1993, στο Μπουένος Άιρες, όπου είχε πάει ο μεγάλος μας συνθέτης.

«Η εθνική μας ταυτότητα είναι το ζεμπέκικο και το χασάπικο». Τα λόγια αυτά, που του είπε ο Μίκης σ’ αυτή τη μοναδική συνάντησή τους, εκφράζουν και τον ίδιο τον Δερμιτζάκη, γι΄ αυτό και τον άγγιξαν ιδιαιτέρα, όπως και ο μεγάλος μας δημιουργός.

«Ήμασταν όλοι ενθουσιασμένοι από το μεγάλο αυτό πολιτιστικό γεγονός, που μας έκανε διπλά υπερήφανους», θυμάται ο Δερμιτζάκης.

«Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση- μας λέει- η απλότητα του Θεοδωράκη. Γνωριστήκαμε στις πρόβες. Από τη συνάντησή μας αυτή κρατώ, μέχρι σήμερα, τη ζεστασιά και τη φιλικότητά του. Ενδιαφέρθηκε και για τη δουλειά μου, γεγονός που φυσικά με κολάκευσε. Μάλιστα, μου είπε ότι, όταν ξαναπαρουσιάσω το δικό μου ‘Ζορμπά, El griego’ να του πω με πόσα όργανα θα ήθελα να είναι η ενορχήστρωση, ώστε να μου στείλει την παρτιτούρα. Τελικά, ο Μίκης κράτησε την υπόσχεση. Μου έστειλε, αργότερα, την ενορχήστρωση του έργου, που την κρατώ ως φυλαχτό».

Οι Έλληνες της Αργεντινής προσπαθούν να κρατήσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, παρ΄ όλες τις αντιξοότητες, επισημαίνει ο Γιώργος Δερμιτζάκης, επισημαίνοντας πως η οικονομική κρίση, ασφαλώς, έχει αρνητικό αντίκτυπο, αν όμως θέλεις να προσφέρεις, τίποτα δεν σε σταματά.

«Χρειάζονται θαρραλέα βήματα, όπως πράττει η πρόεδρος του Ελληνικού Πολιτισμικού Κέντρου ‘Νόστος’, Χριστίνα Τσαρδίκος. Πρέπει να κάνουμε το παν, ώστε να κρατήσουμε, πρωτίστως, ζωντανό το ενδιαφέρον των Αργεντινών για τον πολιτισμό μας και αυτό κάνει ο ‘Νόστος’, σημειώνει.

«Η Ελλάδα και οι χοροί της είναι η ζωή μου»
Η Ελλάδα και η Κρήτη, ειδικότερα, είναι για την οικογένεια Δερμιτζάκη κάτι το ξεχωριστό. Τα τελευταία χρόνια, οι επισκέψεις έχουν αραιώσει αισθητά, λόγω της οικονομικής κρίσης, αυτό όμως δεν μειώνει τη λαχτάρα και το νόστο για την πατρίδα της καρδιάς.

Και τι καλύτερο από το να συνεχίσει αυτό που δημιούργησε, με το να μυεί νέους χορευτές, ελληνικής και μη καταγωγής, στο μαγικό κόσμο που του επιφύλαξε τόσες χαρές.

Ένας από αυτούς είναι και ο 30χρονος Μάριος Κουτσοβίτης, ο οποίος συνεργάζεται με το Γιώργο Δερμιτζάκη τα τελευταία οκτώ χρόνια. Χορογράφος, με σπουδές στο Μπουένος Άιρες, ο Μάριος δηλώνει ξετρελαμένος με το χασάπικο και το ζεϊμπέκικο, κορυφαίους χορούς για τον ίδιο, που τους βάζει ακόμη και πάνω από το τάνγκο.

«Όταν χορεύω ελληνικούς χορούς, αισθάνομαι απόλυτα Έλληνας. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά νιώθω ότι οι χοροί αυτοί ρέουν στο αίμα μου, είναι η ζωή μου όλη. Μ’ αυτούς μεγάλωσα και νοιώθω τυχερός που μπόρεσα να κάνω επάγγελμά μου τη διδασκαλία τους», δηλώνει με υπερηφάνεια ο Μάριος, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Είμαι χαρούμενος που πέρα από το γκρουπ του Δερμιτζάκη, διδάσκω σε πέντε χορευτικά, στο ‘Νόστο’ και σε ελληνικές κοινότητες, εδώ στο Μπουένος Άιρες», συμπληρώνει.

Δεν είναι, όμως, μόνο οι χοροί, αλλά και τα ήθη, τα έθιμα και η ελληνορθόδοξη πίστη, που με ευλάβεια τού μεταλαμπάδευσαν οι γονείς του, Χρήστος και Φρόσω, με ρίζες στη Σπάρτη και τον Πειραιά.

Το όνειρο του Μάριου, είναι να ανέβει το «Τάνγκο- Χασάπικο» στην Ελλάδα, που έχει να επισκεφθεί ο ίδιος από το 2001. Έως τότε, αρκείται να «σερφάρει» στο διαδίκτυο, για να χορτάσει τη δίψα που τον βασανίζει γλυκά, όπως λέει.

Μία νεαρή πολίτης του Κόσμου σκηνοθετεί το «Τάνγκο-Χασάπικο»
Το πτυχίο οικονομικών επιστημών, που έλαβε από την ΑΣΟΕΕ, δεν ήταν αυτό που τελικά αναζητούσε η Κωνσταντίνα Μπούσμπουρα. Έτσι, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές της στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, ακολουθώντας λατινοαμερικανικές σπουδές και στη συνέχεια στο πανεπιστήμιο της Σεβίλλης, απ’ όπου πήρε πτυχίο Ανθρωπολογίας.

Σήμερα, ασχολείται επαγγελματικά με την έρευνα στο χορό, τον οποίο αντιλαμβάνεται, όπως λέει, ως ένα δυναμικό πεδίο σχέσεων και αντιθέσεων.

«Πιστεύω στη δύναμη του χορού να παράγει και να προάγει πολιτισμό και κυρίως Τέχνη. Με ενδιαφέρει ο χορός ως επάγγελμα, πώς αντιλαμβανόμαστε κοινωνικά το επάγγελμα του χορευτή, χορογράφου, η θέση του επαγγέλματος στον ευρύτερο χώρο της Τέχνης και της κουλτούρας», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Κωνσταντίνα Μπούσμπουρα.

Ασχολήθηκε με τον κλασικό χορό από την ηλικία των έξι ετών. Στη Σεβίλλη σπούδασε και φλαμένγκο, για έξι χρόνια, και γενικά έκανε ανθρωπολογική έρευνα και πρότζεκτ πάνω στο φλαμένγκο.

Ζώντας στο εξωτερικό από το 2000, η Κωνσταντίνα είχε βάλει ως σκοπό να ενθαρρύνει κάποια επαγγελματική σχέση με την Ελλάδα, σε διαπολιτισμικό επίπεδο. Η κατάλληλη αφορμή δόθηκε το 2009, με το ντοκιμαντέρ της «Εl Sentir desde afuera» (Feeling from outside), που παρουσιάστηκε στο πρώτο φεστιβάλ εθνογραφικού ντοκιμαντέρ της Αθήνας.

Το ντοκιμαντέρ ήδη είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο «video art», στο διαγωνισμό «Σύνορα χωρίς χαρτιά», που διοργάνωσε ο δήμος της Σεβίλλης. Συμμετείχε, επίσης, στην Μπιενάλε νέων καλλιτεχνών στα Σκόπια, το 2009 και σε πολλά διεθνή φεστιβάλ.

«Αυτή ήταν και η αφετηρία για όλα τα επόμενα πρότζεκτ μου στο επίπεδο του εθνογραφικού ντοκιμαντέρ», αναφέρει η κα Μπούσμπουρα και προσθέτει: «πλέον, ασχολούμαι σε επαγγελματικό επίπεδο με το ταγκό και η έρευνά μου εστιάζεται στον σύγχρονο χορό».

Οι επαφές της νεαρής σκηνοθέτιδας με την Αργεντινή ξεκίνησαν το 2001, όταν φοιτήτρια ακόμη γνώρισε τον Αργεντινό σύντροφό της, στο πανεπιστήμιο της Salamanca.

«Έκανα το πρώτο μου ταξίδι τον Αύγουστο του 2001, λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η γνωστή σε όλους μας κρίση της Αργεντινής. Το Μπουένος Άιρες με συνεπήρε, αρχικά, σαν πολυπολιτισμική πόλη, όπως και η μουσική του Πιατσόλα», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Κωνσταντίνα Μπούσμπουρα.

Την απόφαση για οριστική εγκατάσταση την πήρε το 2008, όταν ένιωσε ότι η σχέση της με την Ισπανία είχε ολοκληρωθεί και αναζητούσε πλέον νέους ορίζοντες.

«Ήταν η πιο καλή και ώριμη επιλογή της ζωής μου. Σταθμός στην ολοκληρωτική μου εγκατάσταση στο Μπουένος Άιρες στάθηκε η συνεργασία μου με δύο γυναίκες: την Χριστίνα Τσαρδίκος και την Τζούλια Χάιμαν. Η Χριστίνα με κάλεσε να κάνω μαθήματα στο ‘Νόστο’ και μέσα από τη δυναμικότητά της γνώρισα τον Ελληνισμό του Μπουένος Άιρες. Η Τζούλια Χάιμαν είναι η επαγγελματική συνεργάτης μου και πολύ καλή μου φίλη. Γνωριστήκαμε στο πανεπιστήμιο και αρχίσαμε αμέσως να δουλεύουμε σε εθνογραφικά, οπτικοακουστικά πρότζεκτ πάνω στο χορό», τονίζει.

Τι σημαίνει για την ίδια ο ελληνισμός που συνάντησε στην άκρη αυτή του κόσμου;
«Είναι- μας λέει- ο ‘Νόστος’, η ψυχή και τα μάτια της Χριστίνας, το έργο του Δεμιρτζάκη, οι Αργεντινοί που ενθουσιάζονται μόλις ακούσουν Ελλάδα, οι δρόμοι με τις ελληνικές ονομασίες, το ταγκό της Νεφέλης, που το χορεύουν στον πολυσύχναστο δρόμο ‘Florida’. Αλλά και η ελληνική μουσική που ακούγεται και σήμερα στα αρμενικά εστιατόρια, το ελληνικό σχολείο, οι Έλληνες του Μπουένος Άιρες, που ταξιδεύουν με τη μνήμη τους, οι μαθητές μου που λατρεύουν τη γλώσσα και την κουλτούρα μας…».

Οπότε η πρόταση της Χριστίνας Τσαρδίκος για τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Τάνγκο-Χασάπικο» βρήκε γόνιμο έδαφος. «Όταν μιλάμε στην Αργεντινή για ελληνικούς χορούς, σίγουρα μιλάμε για το Γιώργο Δερμιτζάκη», της είπε.

«Το τάνγκο και το χασάπικο ενώνονται στο λιμάνι, μέσα από τους μετανάστες. Εκεί, οι ρυθμικές τους αναλογίες βρίσκουν και τις πολιτισμικές και δημιουργείται η συμβίωση. Αυτή είναι η βασική ιδέα του ντοκιμαντέρ», σημειώνει η κα Μπούσμπουρα.

Από την πρώτη στιγμή ενθουσιάζεται με το πάθος και την αγάπη του Γιώργου Δερμιτζάκη και του Μάριου Κουτσοβίτη για τους ελληνικούς χορούς, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους Έλληνες της διασποράς. Η επαφή με το έργο και την προσωπικότητα του Γιώργου Δερμιτζάκη, της έβγαλε αγάπη, ταύτιση και ανάγκη να μιλήσει στην Ελλάδα για την πολιτισμική δύναμη αυτού του ανθρώπου.

«Ταυτίστηκα γιατί κι εγώ νιώθω, όπως ο Δερμιτζάκης, ότι η ταυτότητά μου είναι ελληνική στη μήτρα της, αλλά εμπλουτισμένη με πολλά πολιτισμικά στοιχεία. Όπως δηλαδή και το τάνγκο-χασάπικο, που αντιπροσωπεύει την ταυτότητα των Ελλήνων που ζουν στην Αργεντινή», σημειώνει η νεαρή σκηνοθέτιδα.

Και συμπληρώνει: «Ανακάλυψα, παράλληλα, την απόλυτη ταύτιση στα ενδιαφέροντά μου: την αγάπη για το χορό και τη δημιουργία μιας νέας ταυτότητας, μέσω του τάνγκο, και το χασάπικο που ανέκαθεν θεωρούσα μέρος της παγκόσμιας ελληνικής κληρονομιάς. Τα γυρίσματα οργανώθηκαν πολύ γρήγορα, χάρη στην ομάδα που συνεργάστηκα και κυρίως τη συμπαραγωγό Τζούλια Χάιμαν».

ΑΠΕ
Advertisements